βραδυπεψία

βραδυπεψία
η мед. диспепсия

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "βραδυπεψία" в других словарях:

  • βραδυπεψία — βραδυπεψίᾱ , βραδυπεψία slowness of digestion fem nom/voc/acc dual βραδυπεψίᾱ , βραδυπεψία slowness of digestion fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυπεψία — η (Α βραδυπεψία) [βραδύπεπτος] παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από βραδύτητα και δυσχέρεια στην πέψη …   Dictionary of Greek

  • βραδυπεψίας — βραδυπεψίᾱς , βραδυπεψία slowness of digestion fem acc pl βραδυπεψίᾱς , βραδυπεψία slowness of digestion fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυπεψίαι — βραδυπεψίᾱͅ , βραδυπεψία slowness of digestion fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυπεψίαν — βραδυπεψίᾱν , βραδυπεψία slowness of digestion fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυπεψιῶν — βραδυπεψία slowness of digestion fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυπεψίαις — βραδυπεψία slowness of digestion fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • bradipepsia — (Del gr. bradipepsia.) ► sustantivo femenino MEDICINA Digestión lenta y difícil. * * * bradipepsia (del gr. «bradypepsía») f. Med. Digestión lenta. * * * bradipepsia. (Del gr. βραδυπεψία). f. Med. Digestión lenta …   Enciclopedia Universal

  • bradipepsia — (Del gr. βραδυπεψία). f. Med. Digestión lenta …   Diccionario de la lengua española


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»